• Περιοδικό ανοιχτής πρόσβασης
  • Δημοσίευση χωρίς κόστος
  • Περιοδικό με διαδικασία αξιολόγησης
  • Ελληνικά
  • English
Παράγοντες Κινδύνου Θνησιμότητας μετά από Κάταγμα Ισχίου στους Ηλικιωμένους
Συντάκτες άρθρου:
Περίληψη:

Εισαγωγή: Το κάταγμα ισχίου είναι ένα μείζων πρόβλημα δημόσιας υγείας που απειλεί τη σωματική και λειτουργική ικανότητα των ηλικιωμένων, οδηγώντας σε αναπηρία, μειωμένη ποιότητα ζωής και υψηλό κόστος διαχείρισης. Επιπλέον συνδέεται σημαντικά με υψηλά ποσοστά θνησιμότητας αποτελώντας απειλή για την επιβίωση των ατόμων τόσο ενδονοσοκομειακά, όσο και στις 30 ημέρες ή ακόμη και στο ένα έως δύο έτη μετά το συμβάν. Αναφέρεται από την βιβλιογραφία ότι το ένα τέταρτο των ηλικιωμένων με κάταγμα θα αποβιώσει τις πρώτες 30 ημέρες και περίπου το ένα τρίτο έως και το ήμισυ το πρώτο και δεύτερο έτος αντίστοιχα. 
Σκοπός: Η διερεύνηση των παραγόντων που συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας μετά από κάταγμα ισχίου, αξιοποιώντας επιστημονικά δεδομένα μέσα από την αναζήτηση δημοσιευμένων άρθρων της διεθνούς βιβλιογραφίας. 
Υλικό και Μέθοδος: Διεξήχθη βιβλιογραφική ανασκόπηση για άρθρα δημοσιευμένα στην αγγλική γλώσσα, στις βάσεις δεδομένων PubMed, Cochrane Library, Google scholar, από το 2006 έως το 2019. Αναζητήθηκαν οι όροι «Κάταγμα Ισχίου», «Θνησιμότητα», «Παράγοντες Κινδύνου». 
Αποτελέσματα: Πλείστοι παράγοντες που επηρεάζουν τον κίνδυνο θνησιμότητας έχουν διερευνηθεί όπως το φύλο, η ηλικία, η κοινωνικο-οικονομική κατάσταση κυρίως το εισόδημα και η εκπαίδευση, η λειτουργική κατάσταση πριν το κάταγμα και μετεγχειρητικά, η υψηλή συννοσηρότητα, η άνοια και γνωστική εξασθένιση, ο υποσιτισμός, η κατάσταση διαβίωσης (ιδρυματική φροντίδα vs κοινότητα). Επίσης η καθυστέρηση της χειρουργικής επέμβασης, ο τύπος του κατάγματος, η επιλογή μη χειρουργικής θεραπείας, η διάρκεια νοσηλείας και άλλοι. 
Συμπεράσματα: Φαίνεται από τη βιβλιογραφία ότι υπάρχει επιτακτική ανάγκη ταυτοποίησης αυτών των παραγόντων, η οποία μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη διαχείριση των ασθενών και στη βελτίωση της έκβασης του τραυματισμού, δίνοντας τη δυνατότητα σχεδιασμού στρατηγικών πρόληψης. Σε χώρες όπου αναπτύσσονται και διατίθενται κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες, αναμένεται να παρουσιάζονται καλύτερες επιδόσεις όσον αφορά τα ποσοστά νοσηρότητας και θνησιμότητας. 

Share: